Ένας άντρας, καλοντυμένος, γύρω στα τριάντα, σταμάτησε ένα ταξί έξω από το Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα. Ζήτησε από τον ταξιτζή να τον μεταφέρει στα βόρεια προάστια της πόλης και έμεινε σκεφτικός να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ήταν ώρα αιχμής και το ταξί με το ζόρι έκανε μερικά μέτρα κάθε λίγο, ωστόσο μετά από περίπου είκοσι λεπτά βρίσκονταν στον Πύργο των Αθηνών, όταν ο άγνωστος με ήρεμες κινήσεις άνοιξε την πόρτα, βγήκε έξω και πριν προλάβει ο ταξιτζής να αντιδράσει, έβγαλε ένα όπλο και τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Στη συνέχεια χάθηκε στο πλήθος, χωρίς να τρέχει ή να προσπαθεί να κρυφτεί, ενώ οι οδηγοί πανικόβλητοι φώναζαν και μερικές γυναίκες ούρλιαζαν υστερικά.Την ίδια στιγμή, μια νοσηλεύτρια στη Θεσσαλονίκη, φρόντιζε τα νεογνά στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ήταν γνωστή σε όλο το νοσοκομείο για τη μόρφωση και την κατάρτισή της και ψίθυροι ακούγονταν πως σύντομα θα γινόταν προϊσταμένη στο τμήμα της. Στάθηκε πάνω από ένα μωρό που λίγες ώρες πριν είχε γεννηθεί πρόωρο, το κοίταξε με ένα απαθές βλέμμα, αναρρόφησε με μια σύριγγα ένα φάρμακο και το χορήγησε στο μωρό, που σχεδόν αμέσως άρχισε να μελανιάζει και σταμάτησε να αναπνέει. Οι συνάδελφοί της έφτασαν όταν ήταν αργά, την έσπρωξαν πετώντας την κάτω αλλά δεν μπόρεσαν να σώσουν το μωρό.
Στα Γιάννενα, ένα νεαρό αγόρι δούλευε σε μια γηραιά κυρία, βοηθώντας τη στις καθημερινές εργασίες που απαιτούσε η φάρμα της. Το παιδί δεν ήταν πάνω από δεκαοκτώ χρονών, μετανάστης από την Αλβανία, αλλά είχε γρήγορα γίνει συμπαθής σε όλους, χάρη στην εργατικότητα και την τιμιότητά του. Εκείνο το πρωί είχε ταΐσει τα ζώα, είχε μεταφέρει τα σκουπίδια και είχε κόψει μερικά ξύλα για το τζάκι, όταν η γριά τον κάλεσε μέσα στο σπίτι για το καθιερωμένο καφεδάκι που του έφτιαχνε, οπότε και καθόταν μαζί του και του έλεγε ιστορίες από τα νιάτα της, που τόσο άρεσε στο παιδί να ακούει. Μπήκε ο νεαρός στο σπίτι, η γριά σκυμμένη πάνω από τη στόφα του είπε πως ο καφές δεν θα αργούσε. Ο μικρός πήρε ένα βαρύ ξύλο, το κατέβασε με δύναμη πάνω στο κεφάλι της και καθώς εκείνη έπεσε αιμόφυρτη στο πάτωμα, τη βίασε, λίγα λεπτά πριν εκείνη ξεψυχήσει.
Σε ένα απομονωμένο χωριό της Κρήτης, μια νεαρή κοπέλα κοιταζόταν στον καθρέφτη, καμαρώνοντας το καινούριο φόρεμα που είχε αγοράσει σε ένα κατάστημα του Ηρακλείου πριν μερικές ώρες. Ήταν ψηλή, λεπτή και τα μαύρα της μαλλιά έκαναν όμορφη αντίθεση με το λευκό φόρεμα. Ξαφνικά, το βλέμμα της σκοτείνιασε, κοίταξε το είδωλό της παγερά και κοπάνησε το χέρι της στον καθρέφτη, κάνοντάς τον κομμάτια. Το χέρι της κόπηκε άσχημα και πιτσιλιές αίματος πετάχτηκαν πάνω στο φόρεμά της, όμως εκείνη, ηδονικά άρχισε να γλύφει το αίμα που έτρεχε μέχρι τον αγκώνα της…
"Δεμένοι στέκουν και οι Λευκοί και οι Κόκκινοι, αιχμάλωτοι στον κόσμο που λάτρεψαν αν και δεν τους ανήκε, κρυμμένοι πίσω από μορφές που αδικούν το μεγαλείο που κάποτε είχαν αλλά αντάλλαξαν. Θλίψη κρύβεται πίσω από το προσωπείο της κακίας των Κόκκινων, θλίψη και μέσα στο φως που στεφανώνει τους Λευκούς Και, παρά τους μεταξύ τους πολέμους, τους ενώνει η θλιβερή ανάμνηση της υψηλής τους καταγωγής και η κοινή μοίρα της εξορίας. Ω Δημιουργικά Πνεύματα, Πνεύματα της Ζωής, πόσο ακόμα μπορεί ένα πνεύμα τη θλίψη να αντέξει, όταν είναι η μόνη αιτία που μπορεί να σκοτώσει ακόμα και τους παλιούς θεούς; Εσείς που κάποτε η Ικαμπέργκ ένιωσε το βάδισμά σας, βαδίζετε μυστικά στους κόσμους και η θλίψη των παιδιών σας δεν σας είναι κρυφή. Όλοι, πνεύματα και έλλογα όντα, όλοι μας είμαστε σκλάβοι της θλίψης. Εκπεσών είναι το γένος των ανθρώπων."
Ιμπν Ανατάρ
Προφητείες του τάγματος των Σοφών της Ανάρ
Η Θεία Λειτουργία πλησίαζε να τελειώσει εκείνο το βροχερό πρωινό της Κυριακής και ο κόσμος πλησίαζε να λάβει τη Θεία Μετάληψη από τον Αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό. Δεν είχε ούτε ένα χρόνο που είχε τοποθετηθεί στον ιερό Ναό Κοίμησης της Θεοτόκου και όλοι τον είχαν λατρέψει. Ψηλός, ξερακιανός σχεδόν αλλά ταπεινός και γλυκός, πραγματικός τύπος Χριστού, όπως θα ορκίζονταν και μερικές ευλαβείς ίσως υπέρ του δέοντος ηλικιωμένες γυναίκες. Όποιος όμως γνώριζε τον Δαμασκηνό πίστευε τα ίδια με εκείνες τις γυναίκες για το νεαρό ιερωμένο που, αν και βρισκόταν γύρω στο τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, οι γκρίζοι κρόταφοί του και μερικές λευκές πινελιές στο μούσι του, τον έκαναν να δείχνει αρκετά μεγαλύτερος, σεβάσμιος σχεδόν.
Η πορεία του στην Εκκλησία μετρούσε ήδη δεκαπέντε χρόνια, από τότε που έφυγε από το ορφανοτροφείο για να γίνει ιερέας αλλά η κλίση και η αγάπη του για το Χριστό ήταν τόσο μεγάλη που θέλησε να απομακρυνθεί από τα επίγεια και να αφοσιωθεί εντελώς στο Θεό του. Σπούδασε με μεγάλη επιτυχία, έκανε μεταπτυχιακά στη Θρησκειολογία και Διδακτορικό στη Δογματική αλλά ποτέ δεν ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα, μόνο έζησε τρία χρόνια στην Αφρική, υπεύθυνος ιεραποστολής στο Κογκό. Δύσκολα χρόνια, με στερήσεις και κινδύνους αλλά εκείνος ένιωθε τόσο γεμάτος με το έργο του, που δέχτηκε με λύπη την μετάκλησή του στην Αρχιεπισκοπή, όπου τοποθετήθηκε στο Γραφείο κατά των Αιρέσεων. Ήδη όλοι τον θεωρούσαν πιθανό Επίσκοπο μετά από κάποια χρόνια, όμως τους αιφνιδίασε όταν ζήτησε να τοποθετηθεί σε κάποια μονή, προτιμώντας την περισυλλογή και την προσευχή, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αυτό ήταν και το μοναδικό του αίτημα που δεν έγινε δεκτό, αφού ο Δεσπότης του έκρινε πως ένα τόσο μεγάλο πνεύμα θα είχε πολλά να προσφέρει σε διοικητικά πόστα. Έτσι, του ανέθεσε τη Λειτουργία στο Μητροπολιτικό Ναό, με την κρυφή ελπίδα πως θα ξανασκεφτόταν και δεν θα επιθυμούσε πλέον τη μοναστική ζωή. Έτσι, άλλα δύο χρόνια είχαν περάσει και ο νεαρός Αρχιμανδρίτης με συνέπεια και με αγάπη προσέφερε τις υπηρεσίες του στον κόσμο, που γέμιζε ασφυκτικά το Ναό κάθε Κυριακή.
Την Κυριακή εκείνη, πλησιάζοντας η ιερή στιγμή που θα μεταλάμβανε το εκκλησίασμα, ο νεωκόρος τον ενημέρωσε πως ο Δεσπότης τον ήθελε επειγόντως στο γραφείο του, όταν τελείωνε η Λειτουργία. Πράγματι, λίγο αργότερα ο Δαμασκηνός περνούσε την πύλη της Επισκοπής και ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου του Επισκόπου, είδε τον ίδιο να βρίσκεται στο κέντρο μιας πολύ προβληματισμένης παρέας που αποτελούνταν από υψηλόβαθμα στελέχη της ιεραρχίας που μόλις τον είδαν προσπάθησαν να πάρουν ένα περισσότερο ανέμελο και χαρούμενο ύφος.
Η συζήτηση κράτησε αρκετή ώρα και στράφηκε γύρω από δογματικά ζητήματα, στα οποία τόσο είχε εντρυφήσει ο Δαμασκηνός και οι συνδαιτυμόνες τον παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή όταν έπαιρνε το λόγο, ενώ αργότερα επεκτάθηκαν και στο θέμα των αιρέσεων και σε γενικότερα θεολογικά ζητήματα. Ο νεαρός Αρχιμανδρίτης αισθανόταν πως εκείνη η συζήτηση είχε περισσότερο το χαρακτήρα μιας συνέντευξης και σύντομα άρχισε να δυσφορεί κάτω από το ερευνητικό βλέμμα των ιεραρχών αν και η ταπεινότητά του δεν του επέτρεπε να δείξει τη δυσφορία του. Ο πνευματικός του, ο Επίσκοπος που τόση ώρα ελάχιστα είχε μιλήσει, σηκώθηκε όρθιος και η συζήτηση σταμάτησε.
«Δαμασκηνέ» είπε με σοβαρό και επίσημο ύφος, « η μητέρα Εκκλησία σε κάλεσε εδώ απόψε για να σου αναθέσει μια σημαντική αποστολή. Η Σύνοδος θεωρεί πως είσαι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για να διεκπεραιώσεις ένα ζήτημα που όλοι μας το θεωρούμε ως ένα αγκάθι ανάμεσα στους κόλπους της. Διαλέξαμε εσένα, που τόσο πολύ έχεις ασχοληθεί και εμβαθύνει στο θέμα των αιρέσεων επειδή, πέραν της θεολογικής σου κατάρτισης – για την οποία κανείς μας δεν αμφιβάλει - τα γενικότερα στοιχεία του χαρακτήρα σου σε καθιστούν το ιδανικότερο άτομο για να γνωμοδοτήσεις, αφού ερευνήσεις το πρόβλημα που θα σου αναφέρουμε. Υπάρχει μια μονή σε ένα απομονωμένο σημείο της Ηπείρου, για την οποία έχουμε δεχτεί αρκετά παράπονα από τους λιγοστούς πιστούς που την επισκεφτήκαν. Όμως, ο Επίσκοπος της περιοχής και προσωπικός μου φίλος, ο εν Χριστώ αδελφός Θεολόγος, θα σου εξηγήσει καλύτερα» είπε δείχνοντας έναν παχουλό ιεράρχη που καθόταν στενοχωρημένος σε μια πολυθρόνα, ο οποίος σηκώθηκε μόλις άκουσε το όνομά του, έβηξε λίγο αμήχανα και άρχισε εκείνη τη διήγηση που έμελλε να αλλάξει τη ζωή του Δαμασκηνού για πάντα.
«Στην επικράτειά μου, ψηλά σε μια απομονωμένη περιοχή, υπάρχει ένα μοναστήρι που στέκεται στην κορυφή σχεδόν μιας μονίμως χιονισμένης οροσειράς. Είναι η Μονή των Αγίων Αγγέλων, που Καθηγούμενός της είναι ο Αβιμελέχ. Η αδελφότητα αποτελείται από πενήντα μοναχούς, ένας από τους οποίους είναι και ο Ραφαήλ, ένας γέροντας, διάσημος για το προορατικό του χάρισμα αλλά και για τον περίεργο χαρακτήρα του, που μοιάζει αρκετά με τους Κατά Χριστόν Σαλούς. Οι φήμες για το χάρισμά του έφεραν πολλούς επισκέπτες στη Μονή, από ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό και το μοναστήρι πλούτισε, αφού δεκάδες πιστοί επισκέπτονταν τον Ραφαήλ κάθε μέρα. Ήταν από αυτούς τους προσκυνητές που έφτασαν στα αυτιά μου πληροφορίες για το μοναστήρι, αφού τις λίγες φορές που πήγα εκεί, με δέχτηκαν ψυχρά, σχεδόν αδιάφορα, όπως άρχισαν να διώχνουν με τον τρόπο τους τους επισκέπτες. Μερικοί πιστοί ήρθαν στο γραφείο μου και παραπονέθηκαν πως είχαν δει πράγματα στη Μονή που δεν τους άρεσαν καθόλου – πράγματα για τα οποία δεν θα μιλήσω, γιατί δεν θέλω να σε προϊδεάσω. Πάντως, σε όλους μας περνάει από το μυαλό πως οι μοναχοί εκεί πάνω έχουν εκτραπεί από την ορθή πίστη στο Χριστό και στην Εκκλησία του και έχουν πιθανώς φτιάξει μια φωλιά αιρετικών. Όμως, αν οι πληροφορίες των πιστών αληθεύουν, τότε γίνονται και ακόμα χειρότερα πράγματα εκεί, που εκθέτουν την ορθοδοξία.»
« Παιδί μου», είπε αργά και σοβαρά «το ζήτημα είναι τόσο σοβαρό που έφτασε ως την Ιεραρχία και όλοι μας προβληματιστήκαμε πάρα πολύ, γιατί είναι ένα λεπτό θέμα που απαιτεί τη γνώμη ενός ειδικού στις αιρέσεις αφενός αλλά και ενός πνεύματος που θα είναι νηφάλιο στην κρίση του. Γιατί αποφασίσαμε να πας εσύ εκεί πάνω, να μείνεις στο μοναστήρι όσο χρειαστεί και να ελέγξεις εάν οι μοναχοί, από τον δόκιμο έως και τον ίδιο τον Ηγούμενο ζουν σύμφωνα με τους κανόνες του μοναχισμού και να ερευνήσεις όλα εκείνα τα περίεργα γεγονότα που ως ψίθυροι έφτασαν στα αυτιά μου. Έχω ήδη στείλει ένα αυστηρότατο έγγραφο στον Ηγούμενο, τον οποίο διατάσσω να σε δεχτεί και να βοηθήσει με κάθε τρόπο το έργο σου. Όσο και αν είναι επαναστατικής και αντιδραστικής φύσης άνθρωπος, θα αναγκαστεί να σε δεχτεί καλά, γιατί φρόντισα να τον επιπλήξω εκ των προτέρων στην περίπτωση που δεν συνεργαστεί, αν και κάτι τέτοιο θα πρέπει να το θεωρείς ως ιδιαίτερα πιθανό με τον Ηγούμενο Αβιμελέχ…»




