Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Το τάγμα των Εκπεσόντων

Ένας άντρας, καλοντυμένος, γύρω στα τριάντα, σταμάτησε ένα ταξί έξω από το Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα. Ζήτησε από τον ταξιτζή να τον μεταφέρει στα βόρεια προάστια της πόλης και έμεινε σκεφτικός να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ήταν ώρα αιχμής και το ταξί με το ζόρι έκανε μερικά μέτρα κάθε λίγο, ωστόσο μετά από περίπου είκοσι λεπτά βρίσκονταν στον Πύργο των Αθηνών, όταν ο άγνωστος με ήρεμες κινήσεις άνοιξε την πόρτα, βγήκε έξω και πριν προλάβει ο ταξιτζής να αντιδράσει, έβγαλε ένα όπλο και τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Στη συνέχεια χάθηκε στο πλήθος, χωρίς να τρέχει ή να προσπαθεί να κρυφτεί, ενώ οι οδηγοί πανικόβλητοι φώναζαν και μερικές γυναίκες ούρλιαζαν υστερικά.

Την ίδια στιγμή, μια νοσηλεύτρια στη Θεσσαλονίκη, φρόντιζε τα νεογνά στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ήταν γνωστή σε όλο το νοσοκομείο για τη μόρφωση και την κατάρτισή της και ψίθυροι ακούγονταν πως σύντομα θα γινόταν προϊσταμένη στο τμήμα της. Στάθηκε πάνω από ένα μωρό που λίγες ώρες πριν είχε γεννηθεί πρόωρο, το κοίταξε με ένα απαθές βλέμμα, αναρρόφησε με μια σύριγγα ένα φάρμακο και το χορήγησε στο μωρό, που σχεδόν αμέσως άρχισε να μελανιάζει και σταμάτησε να αναπνέει. Οι συνάδελφοί της έφτασαν όταν ήταν αργά, την έσπρωξαν πετώντας την κάτω αλλά δεν μπόρεσαν να σώσουν το μωρό.

Στα Γιάννενα, ένα νεαρό αγόρι δούλευε σε μια γηραιά κυρία, βοηθώντας τη στις καθημερινές εργασίες που απαιτούσε η φάρμα της. Το παιδί δεν ήταν πάνω από δεκαοκτώ χρονών, μετανάστης από την Αλβανία, αλλά είχε γρήγορα γίνει συμπαθής σε όλους, χάρη στην εργατικότητα και την τιμιότητά του. Εκείνο το πρωί είχε ταΐσει τα ζώα, είχε μεταφέρει τα σκουπίδια και είχε κόψει μερικά ξύλα για το τζάκι, όταν η γριά τον κάλεσε μέσα στο σπίτι για το καθιερωμένο καφεδάκι που του έφτιαχνε, οπότε και καθόταν μαζί του και του έλεγε ιστορίες από τα νιάτα της, που τόσο άρεσε στο παιδί να ακούει. Μπήκε ο νεαρός στο σπίτι, η γριά σκυμμένη πάνω από τη στόφα του είπε πως ο καφές δεν θα αργούσε. Ο μικρός πήρε ένα βαρύ ξύλο, το κατέβασε με δύναμη πάνω στο κεφάλι της και καθώς εκείνη έπεσε αιμόφυρτη στο πάτωμα, τη βίασε, λίγα λεπτά πριν εκείνη ξεψυχήσει.

Σε ένα απομονωμένο χωριό της Κρήτης, μια νεαρή κοπέλα κοιταζόταν στον καθρέφτη, καμαρώνοντας το καινούριο φόρεμα που είχε αγοράσει σε ένα κατάστημα του Ηρακλείου πριν μερικές ώρες. Ήταν ψηλή, λεπτή και τα μαύρα της μαλλιά έκαναν όμορφη αντίθεση με το λευκό φόρεμα. Ξαφνικά, το βλέμμα της σκοτείνιασε, κοίταξε το είδωλό της παγερά και κοπάνησε το χέρι της στον καθρέφτη, κάνοντάς τον κομμάτια. Το χέρι της κόπηκε άσχημα και πιτσιλιές αίματος πετάχτηκαν πάνω στο φόρεμά της, όμως εκείνη, ηδονικά άρχισε να γλύφει το αίμα που έτρεχε μέχρι τον αγκώνα της…


"Δεμένοι στέκουν και οι Λευκοί και οι Κόκκινοι, αιχμάλωτοι στον κόσμο που λάτρεψαν αν και δεν τους ανήκε, κρυμμένοι πίσω από μορφές που αδικούν το μεγαλείο που κάποτε είχαν αλλά αντάλλαξαν. Θλίψη κρύβεται πίσω από το προσωπείο της κακίας των Κόκκινων, θλίψη και μέσα στο φως που στεφανώνει τους Λευκούς Και, παρά τους μεταξύ τους πολέμους, τους ενώνει η θλιβερή ανάμνηση της υψηλής τους καταγωγής και η κοινή μοίρα της εξορίας. Ω Δημιουργικά Πνεύματα, Πνεύματα της Ζωής, πόσο ακόμα μπορεί ένα πνεύμα τη θλίψη να αντέξει, όταν είναι η μόνη αιτία που μπορεί να σκοτώσει ακόμα και τους παλιούς θεούς; Εσείς που κάποτε η Ικαμπέργκ ένιωσε το βάδισμά σας, βαδίζετε μυστικά στους κόσμους και η θλίψη των παιδιών σας δεν σας είναι κρυφή. Όλοι, πνεύματα και έλλογα όντα, όλοι μας είμαστε σκλάβοι της θλίψης. Εκπεσών είναι το γένος των ανθρώπων."

Ιμπν Ανατάρ
Προφητείες του τάγματος των Σοφών της Ανάρ


Η Θεία Λειτουργία πλησίαζε να τελειώσει εκείνο το βροχερό πρωινό της Κυριακής και ο κόσμος πλησίαζε να λάβει τη Θεία Μετάληψη από τον Αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό. Δεν είχε ούτε ένα χρόνο που είχε τοποθετηθεί στον ιερό Ναό Κοίμησης της Θεοτόκου και όλοι τον είχαν λατρέψει. Ψηλός, ξερακιανός σχεδόν αλλά ταπεινός και γλυκός, πραγματικός τύπος Χριστού, όπως θα ορκίζονταν και μερικές ευλαβείς ίσως υπέρ του δέοντος ηλικιωμένες γυναίκες. Όποιος όμως γνώριζε τον Δαμασκηνό πίστευε τα ίδια με εκείνες τις γυναίκες για το νεαρό ιερωμένο που, αν και βρισκόταν γύρω στο τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, οι γκρίζοι κρόταφοί του και μερικές λευκές πινελιές στο μούσι του, τον έκαναν να δείχνει αρκετά μεγαλύτερος, σεβάσμιος σχεδόν.

Η πορεία του στην Εκκλησία μετρούσε ήδη δεκαπέντε χρόνια, από τότε που έφυγε από το ορφανοτροφείο για να γίνει ιερέας αλλά η κλίση και η αγάπη του για το Χριστό ήταν τόσο μεγάλη που θέλησε να απομακρυνθεί από τα επίγεια και να αφοσιωθεί εντελώς στο Θεό του. Σπούδασε με μεγάλη επιτυχία, έκανε μεταπτυχιακά στη Θρησκειολογία και Διδακτορικό στη Δογματική αλλά ποτέ δεν ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα, μόνο έζησε τρία χρόνια στην Αφρική, υπεύθυνος ιεραποστολής στο Κογκό. Δύσκολα χρόνια, με στερήσεις και κινδύνους αλλά εκείνος ένιωθε τόσο γεμάτος με το έργο του, που δέχτηκε με λύπη την μετάκλησή του στην Αρχιεπισκοπή, όπου τοποθετήθηκε στο Γραφείο κατά των Αιρέσεων. Ήδη όλοι τον θεωρούσαν πιθανό Επίσκοπο μετά από κάποια χρόνια, όμως τους αιφνιδίασε όταν ζήτησε να τοποθετηθεί σε κάποια μονή, προτιμώντας την περισυλλογή και την προσευχή, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αυτό ήταν και το μοναδικό του αίτημα που δεν έγινε δεκτό, αφού ο Δεσπότης του έκρινε πως ένα τόσο μεγάλο πνεύμα θα είχε πολλά να προσφέρει σε διοικητικά πόστα. Έτσι, του ανέθεσε τη Λειτουργία στο Μητροπολιτικό Ναό, με την κρυφή ελπίδα πως θα ξανασκεφτόταν και δεν θα επιθυμούσε πλέον τη μοναστική ζωή. Έτσι, άλλα δύο χρόνια είχαν περάσει και ο νεαρός Αρχιμανδρίτης με συνέπεια και με αγάπη προσέφερε τις υπηρεσίες του στον κόσμο, που γέμιζε ασφυκτικά το Ναό κάθε Κυριακή.

Την Κυριακή εκείνη, πλησιάζοντας η ιερή στιγμή που θα μεταλάμβανε το εκκλησίασμα, ο νεωκόρος τον ενημέρωσε πως ο Δεσπότης τον ήθελε επειγόντως στο γραφείο του, όταν τελείωνε η Λειτουργία. Πράγματι, λίγο αργότερα ο Δαμασκηνός περνούσε την πύλη της Επισκοπής και ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου του Επισκόπου, είδε τον ίδιο να βρίσκεται στο κέντρο μιας πολύ προβληματισμένης παρέας που αποτελούνταν από υψηλόβαθμα στελέχη της ιεραρχίας που μόλις τον είδαν προσπάθησαν να πάρουν ένα περισσότερο ανέμελο και χαρούμενο ύφος.

Η συζήτηση κράτησε αρκετή ώρα και στράφηκε γύρω από δογματικά ζητήματα, στα οποία τόσο είχε εντρυφήσει ο Δαμασκηνός και οι συνδαιτυμόνες τον παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή όταν έπαιρνε το λόγο, ενώ αργότερα επεκτάθηκαν και στο θέμα των αιρέσεων και σε γενικότερα θεολογικά ζητήματα. Ο νεαρός Αρχιμανδρίτης αισθανόταν πως εκείνη η συζήτηση είχε περισσότερο το χαρακτήρα μιας συνέντευξης και σύντομα άρχισε να δυσφορεί κάτω από το ερευνητικό βλέμμα των ιεραρχών αν και η ταπεινότητά του δεν του επέτρεπε να δείξει τη δυσφορία του. Ο πνευματικός του, ο Επίσκοπος που τόση ώρα ελάχιστα είχε μιλήσει, σηκώθηκε όρθιος και η συζήτηση σταμάτησε.

«Δαμασκηνέ» είπε με σοβαρό και επίσημο ύφος, « η μητέρα Εκκλησία σε κάλεσε εδώ απόψε για να σου αναθέσει μια σημαντική αποστολή. Η Σύνοδος θεωρεί πως είσαι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για να διεκπεραιώσεις ένα ζήτημα που όλοι μας το θεωρούμε ως ένα αγκάθι ανάμεσα στους κόλπους της. Διαλέξαμε εσένα, που τόσο πολύ έχεις ασχοληθεί και εμβαθύνει στο θέμα των αιρέσεων επειδή, πέραν της θεολογικής σου κατάρτισης – για την οποία κανείς μας δεν αμφιβάλει - τα γενικότερα στοιχεία του χαρακτήρα σου σε καθιστούν το ιδανικότερο άτομο για να γνωμοδοτήσεις, αφού ερευνήσεις το πρόβλημα που θα σου αναφέρουμε. Υπάρχει μια μονή σε ένα απομονωμένο σημείο της Ηπείρου, για την οποία έχουμε δεχτεί αρκετά παράπονα από τους λιγοστούς πιστούς που την επισκεφτήκαν. Όμως, ο Επίσκοπος της περιοχής και προσωπικός μου φίλος, ο εν Χριστώ αδελφός Θεολόγος, θα σου εξηγήσει καλύτερα» είπε δείχνοντας έναν παχουλό ιεράρχη που καθόταν στενοχωρημένος σε μια πολυθρόνα, ο οποίος σηκώθηκε μόλις άκουσε το όνομά του, έβηξε λίγο αμήχανα και άρχισε εκείνη τη διήγηση που έμελλε να αλλάξει τη ζωή του Δαμασκηνού για πάντα.

«Στην επικράτειά μου, ψηλά σε μια απομονωμένη περιοχή, υπάρχει ένα μοναστήρι που στέκεται στην κορυφή σχεδόν μιας μονίμως χιονισμένης οροσειράς. Είναι η Μονή των Αγίων Αγγέλων, που Καθηγούμενός της είναι ο Αβιμελέχ. Η αδελφότητα αποτελείται από πενήντα μοναχούς, ένας από τους οποίους είναι και ο Ραφαήλ, ένας γέροντας, διάσημος για το προορατικό του χάρισμα αλλά και για τον περίεργο χαρακτήρα του, που μοιάζει αρκετά με τους Κατά Χριστόν Σαλούς. Οι φήμες για το χάρισμά του έφεραν πολλούς επισκέπτες στη Μονή, από ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό και το μοναστήρι πλούτισε, αφού δεκάδες πιστοί επισκέπτονταν τον Ραφαήλ κάθε μέρα. Ήταν από αυτούς τους προσκυνητές που έφτασαν στα αυτιά μου πληροφορίες για το μοναστήρι, αφού τις λίγες φορές που πήγα εκεί, με δέχτηκαν ψυχρά, σχεδόν αδιάφορα, όπως άρχισαν να διώχνουν με τον τρόπο τους τους επισκέπτες. Μερικοί πιστοί ήρθαν στο γραφείο μου και παραπονέθηκαν πως είχαν δει πράγματα στη Μονή που δεν τους άρεσαν καθόλου – πράγματα για τα οποία δεν θα μιλήσω, γιατί δεν θέλω να σε προϊδεάσω. Πάντως, σε όλους μας περνάει από το μυαλό πως οι μοναχοί εκεί πάνω έχουν εκτραπεί από την ορθή πίστη στο Χριστό και στην Εκκλησία του και έχουν πιθανώς φτιάξει μια φωλιά αιρετικών. Όμως, αν οι πληροφορίες των πιστών αληθεύουν, τότε γίνονται και ακόμα χειρότερα πράγματα εκεί, που εκθέτουν την ορθοδοξία.»

« Παιδί μου», είπε αργά και σοβαρά «το ζήτημα είναι τόσο σοβαρό που έφτασε ως την Ιεραρχία και όλοι μας προβληματιστήκαμε πάρα πολύ, γιατί είναι ένα λεπτό θέμα που απαιτεί τη γνώμη ενός ειδικού στις αιρέσεις αφενός αλλά και ενός πνεύματος που θα είναι νηφάλιο στην κρίση του. Γιατί αποφασίσαμε να πας εσύ εκεί πάνω, να μείνεις στο μοναστήρι όσο χρειαστεί και να ελέγξεις εάν οι μοναχοί, από τον δόκιμο έως και τον ίδιο τον Ηγούμενο ζουν σύμφωνα με τους κανόνες του μοναχισμού και να ερευνήσεις όλα εκείνα τα περίεργα γεγονότα που ως ψίθυροι έφτασαν στα αυτιά μου. Έχω ήδη στείλει ένα αυστηρότατο έγγραφο στον Ηγούμενο, τον οποίο διατάσσω να σε δεχτεί και να βοηθήσει με κάθε τρόπο το έργο σου. Όσο και αν είναι επαναστατικής και αντιδραστικής φύσης άνθρωπος, θα αναγκαστεί να σε δεχτεί καλά, γιατί φρόντισα να τον επιπλήξω εκ των προτέρων στην περίπτωση που δεν συνεργαστεί, αν και κάτι τέτοιο θα πρέπει να το θεωρείς ως ιδιαίτερα πιθανό με τον Ηγούμενο Αβιμελέχ…»

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Η ιστορία της Κατερίνας (μέρος 4ο) - το τέλος

Οι επόμενες ημέρες κύλισαν σαν σε παραμύθι. Η Κατερίνα διαπίστωσε ότι από όπου και αν περνούσε, ο πόνος των ανθρώπων λιγόστευε και η κούραση και η δυστυχία εξαφανιζόταν από τα πρόσωπά τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπαιζε με αυτές της τις ικανότητες, αφού αρκούσε να περάσει το χέρι της πάνω από τον ασθενή, σαν μια δήθεν τυχαία κίνηση και εκείνος αμέσως γινόταν καλά.
Παρατήρησε, επίσης, ότι οι αισθήσεις της είχαν αυξηθεί κατά πολύ. Μπορούσε να ακούει μια συζήτηση πίσω από οποιοδήποτε εμπόδιο βρισκόταν ανάμεσά της αλλά σύντομα άκουγε το θόρυβο από τα συναισθήματα των ανθρώπων, που είχε μάθει να τα διακρίνει ανάλογα με την ποιότητα του ήχου που εξέπεμπαν. Ο ψυχικός πόνος, ας πούμε, ακουγόταν σαν το βουητό που κάνει ένα σμήνος από μέλισσες και ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικός στα αυτιά. Ήχο γαλήνης δεν άκουσε ποτέ.
Τα μάτια της έβλεπαν πέρα από το φραγμό του ανθρώπινου σώματος και διαπίστωναν την αρρώστεια, σε ποιό όργανο εντοπιζόταν και σε τι βαθμό βρισκόταν. Ακόμα πιο μέσα έβλεπε κάτι που της πήρε λίγο χρόνο για να αποφασίσει ότι ήταν μάλλον η ψυχή του καθενός. Έβλεπε ένα σύννεφο, που το χρώμα που είχε κάθε φορά θεώρησε ότι ανταποκρινόταν στην ποιότητα του ανθρώπου. Συνήθως έβλεπε μαύρα σύννεφα και αυτά τα συνέδεσε με τους ανθρώπους που οι πολλοί τους θεωρούν κακούς αλλά σε μερικές περιπτώσεις είδε και σύννεφα που αποτελούνταν από χρυσούς ατμούς. Αυτοί ίσως να ήταν οι καλοί άνθρωποι. Και της έκανε εντύπωση το ότι, ενώ θεωρούσε κάποιον άνθρωπο κακό, έβλεπε να έχει μέσα του χρυσαφί σύννεφο, ενώ σε μερικούς από εκείνους που θεωρούσε καλούς, ένα μαύρο σύννεφο απλωνόταν μέσα τους.
Λίγο καιρό αργότερα παρατήρησε πως η λευκοπλακία που είχε σιγά σιγά εξαπλωνόταν όλο και περισσότερο και πριν περάσει μια βδομάδα απέκτησε την εξωτερική εμφάνιση του αλβινισμού, θυμίζοντας περισσότερο την εμφάνιση που θεωρείται πως έχουν τα Ξωτικά των αγγλοσαξωνικών παραδόσεων και λιγότερο οι άνθρωποι. Και τα βράδια στο σκοτεινό μοναχικό της δωμάτιο, δεν ήταν λίγες οι φορές που έβλεπε τα χέρια της να φωσφορίζουν με ένα υπέροχο λευκό φως.
Η υγεία της κοπέλας που νοσηλευόταν παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση. Οι γιατροί έκαναν συμβούλιο και προς μεγάλη δυσαρέσκεια όλων, αποφάσισαν πως η μεταφορά της σε ένα μεγαλύτερο νοσοκομείο θα ήταν επικίνδυνη και έτσι αποφάσισαν να την κρατήσουν εκεί σε καταστολή. Την έβαλαν μόνη της σε ένα δωμάτιο και όσοι από τους εργαζόμενους με βαριά καρδιά αναγκάζονταν να μπουν εκεί μέσα, παραπονούνταν μετά για πονοκεφάλους και κακή διάθεση κυρίως στον ύπνο...
Όσο καιρό παρέμεινε στο νοσοκομείο, εντύπωση έκανε σε όλους το γεγονός ότι ποτέ κανείς δεν την επισκέφτηκε και όσο και αν έψαξαν, δεν κατέστη δυνατό να βρουν το παραμικρό στοιχείο για την ταυτότητά της. Ακόμα και αν υπήρχαν συγγενείς και φίλοι, φαινόταν πως κανείς δεν ενδιαφερόταν για εκείνη αν και αυτό δεν έκανε το προσωπικό και τους ασθενείς να τη συμπαθήσουν. Είχε μια κακή αύρα γύρω της...
Η Κατερίνα απέφευγε να την επισκεφτεί, ίσως επειδή είχε περισσότερα ζητήματα να ασχοληθεί. Οι νέες της ικανότητες είχαν ήδη αρχίσει να την κουράζουν, αφού οι φωνές πόνου και δυστυχίας, που μόνο εκείνη άκουγε, τη συντρόφευαν όπου κι αν πήγαινε και δεν έπαυαν ποτέ, ούτε και όταν προσπαθούσε να κοιμηθεί για λίγο. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που νύχτα επισκέπτονταν ανθρώπους που είχαν ανάγκη και με πλήρη μυστικότητα πρόσφερε τη βοήθειά της, είτε αυτή μεταφραζόταν σε προσφορά χρημάτων είτε σε θεραπεία, είτε σε "απλή" ψυχολογική υποστήριξη. Και φήμες άρχισαν να διαδίδονται στην πόλη για έναν καλό Άγγελο που ο Θεός είχε στείλει σε όσους τον είχαν ανάγκη. Εκείνη, όμως, με σκυμμένο το κεφάλι μέσα στο μαύρο της μαντήλι, ποτέ δεν άφησε κανέναν να δει το πρόσωπό της και η τεράστια προσφορά ποτέ δεν αποδόθηκε σε αυτήν. Οι φήμες όμως ακολουθούσαν αυτό τον "Άγγελο" παντού και τώρα όλο και περισσότερες φωνές έλεγαν ότι τον είχαν δει τα βράδια να συχνάζει στο νεκροταφείο, όπου τα καντήλια ακόμα και των πιο ξεχασμένων μνημείων άναβαν πλέον κάθε νύχτα.
Η Κατερίνα έπαψε πια να χαμογελάει. Το πρόσωπό της έγινε μονίμως σοβαρό, εκπέμποντας όμως μια καλοσύνη που δύσκολα βρίσκει κανείς στις μέρες μας. Δούλευε όσο περισσότερο μπορούσε και εκτός βάρδιάς της, μένοντας στο νοσοκομείο πολλές φορές για ολόκληρες μέρες και χωρίς να κοιμάται ή να τρώει. Όταν οι συνάδελφοί της την παρακαλούσαν να ξεκουραστεί, εκείνη τους απαντούσε πως κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό, τη στιγμή που τόσοι άνθρωποι είχαν την ανάγκη της. Όσο όμως περισσότερες προσπάθειες κατέβαλε να ανακουφίσει τον πόνο και την ανάγκη των ανθρώπων, τόσο λιγότερο ευχαριστημένη ήταν. Πάντα θεωρούσε ότι θα μπορούσε να κάνει περισσότερα αλλά μέσα της δεν ήξερε τι ακριβώς θα την ολοκλήρωνε. Και ενώ τέτοιες σκέψεις τη βασάνιζαν, ξαφνικά τα πέπλα της αμφιβολίας και της αβεβαιότητας τραβήχτηκαν από το νου της και όλα ξεκαθάρισαν. Έπρεπε να βοηθήσει εκείνη την κοπέλα, παρά το γεγονός πως κάτι μέσα της την προειδοποιούσε ότι δεν είχε να κάνει με έναν απλό άνθρωπο, αλλά με κάτι που μέσα του συνόψιζε όσες ιδιότητες είχαν αποδοθεί ποτέ στην έννοια του κακού. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να την αποτρέψει από την επιθυμία της.
Ένα βράδυ περίμενε μέχρι να κοιμηθούν οι ασθενείς και οι νοσηλευτές και διακριτικά μπήκε στο δωμάτιο της κοπέλας, κλειδώνοντας την πόρτα πίσω της. Το νεαρό κορίτσι είχε διασωληνωθεί την προηγούμενη μέρα και είχε μια αξιολύπητη έκφραση, με όλα εκείνα τα μηχανήματα που την είχαν συνδέσει για να διατηρηθεί στη ζωή. Η Κατερίνα πλησίασε και η κοπέλα, αν και βρισκόταν σε καταστολή, άνοιξε τα μάτια της. Μέσα τους καθρεφτιζόταν μίσος και όχι πόνος. Η Κατερίνα γονάτισε δίπλα της, άπλωσε το χέρι και ένα λευκό φως σαν ένα τρεμάμενο άστρο έλαμψε στην παλάμη της. Το εξάνθημα στο λαιμό της κοπέλας έλαμψε με ένα απαίσιο κόκκινο φως για μια στιγμή και μετά θόλωσε ξανά. Τα μηχανήματα έδειξαν μια αιφνίδια βελτίωση των ζωτικών σημείων του κοριτσιού και το ροδαλό χρώμα της υγείας επέστρεψε στα μάγουλά της.Τότε, με μια ακατάληπτη φράση που ξεστόμισε, η μέχρι τότε αδύναμη και πονεμένη κοπέλα άπλωσε τα νύχια της και σαν νυστέρι έκοψε το λαιμό της Κατερίνας που πλημμύρισε με αίμα το κατάλευκο σώμα της. Η Κατερίνα έπεσε προς τα πίσω και ένα υπέροχο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Όμως, η νεαρή κοπέλα βιάστηκε να γελάσει γεμάτη κακία και μέσα στις απεγνωσμένες κραυγές πόνου, όλες οι φλέβες του κορμιού της έσπασαν και ο καρδιογράφος έδειξε ευθεία γραμμή...
Έτσι η Κατερίνα έφυγε από τον κόσμο των ζωντανών αλλά κανείς δεν πρέπει να σκεφτεί ότι πέθανε άδικα. Γιατί, γιατρεύοντας κάποιον από τους Κόκκινους, που ποτέ δεν νιώθουν οίκτο για κανέναν, ούτε καν για τους ομοίους τους, έχει ανέβει πολύ υψηλά στη Λευκή Ιεραρχία και χαίρει απόλυτης εκτίμησης. Όσο πιο ψηλά βρίσκεται κανείς σε αυτή την τάξη, νιώθει όλο και περισσότερο πόνο και θλίψη αλλά και αυτός ο ισχυρισμός ίσως να μην είναι απόλυτα σωστός. Γιατί, ποιός από εμάς παινεύεται ότι γνωρίζει καλά αυτά τα πράγματα που ξεπερνούν κατά πολύ τη συνηθισμένη του ευφυϊα? Μόνο ο άντρας που εμφανίστηκε στο νεκροταφείο θα μπορούσε να μας διαφωτίσει, ίσως, αλλά αυτός και οι όμοιοί του κρύβουν πολύ καλά την αληθινή τους ταυτότητα και είναι λίγες οι φορές που εμφανίζονται στον κόσμο των ζωντανών. Αλλά η Κατερίνα άξιζε μια τέτοια εμφάνιση...

ΤΕΛΟΣ

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Η ιστορία της Κατερίνας (μέρος 3ο)

Την επόμενη ημέρα είχε ρεπό και χρειαζόταν λίγη ξεκούραση. Όμως ο νους της παρέμεινε κάπως απασχολημένος από αυτές τις ασυνήθιστες ιδιότητες που της είχαν αναπτυχθεί τελευταία. Την προβλημάτιζαν ως προς το πώς τις απόκτησε στα καλά καθούμενα. Και δεν δίσταζε να περιεργάζεται τα φαινόμενα που της αποκάλυπταν στους άλλους γύρω της και στο περιβάλλον. Ίσως να την βοηθούσαν ακόμη περισσότερο στο να βοηθάει τους άλλους. Θα μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει για την πρόληψη σε όσους πάσχουν και για τον καλύτερο εντοπισμό ασθενειών, σκέφτηκε. Όλα αυτά φυσικά σε συνεργασία με τους γιατρούς. Αλλά, ποιος από τους γιατρούς θα την έπαιρνε στα σοβαρά; Μπα. Μόνη της ήτανε σε αυτό. Ίσως να ήταν καλύτερα να ασχολούτανε η ίδια με την ιατρική. Αποφάσισε όμως να ψάξει τις επόμενες ημέρες να βρει αν υπήρχαν τίποτα βιβλία γύρω από ψυχικές ικανότητες, μήπως και μάθαινε περισσότερα για να κατατοπιστεί στο τι της συνέβαινε. Εξάλλου, η γνώση είναι σημαντική.
Το βράδυ εκείνο ο ύπνος της ήτανε κάπως καλύτερος και μπόρεσε να ξεκουραστεί. Ήταν ένα πολύτιμο διάλειμμα για αυτήν από την φούρια των περασμένων ημερών. ... Κάποια στιγμή, στην διάρκεια του ύπνου, σαν να ένιωσε κάτι να την αγγίζει απαλά στον ώμο. Ένα χέρι μήπως… Έμοιαζε να συμβαίνει μέσα στο ονειρικό φάσμα αλλά συνάμα και στον ξύπνιο της. Δεν κατάφερε όμως να δώσει και πολύ σημασία από την κούρασή της. Επίσης, εκείνη την ημέρα είχε μια αμυδρή αίσθηση σαν να άλλαζε κάτι μέσα της, κάτι που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει.

Έπειτα, ήρθε και η ημέρα για να επιστρέψει στη δουλειά. Είχε βάρδια αργά το απόγευμα, αλλά ξεκίνησε αρκετά νωρίτερα για να περάσει και από το νεκροταφείο για λίγο.

Όταν έφτασε στο νεκροταφείο κοντοστάθηκε για λίγο στην εξωτερική του πύλη η οποία ήταν μισάνοιχτη. Καθώς όμως πλησίαζε από πριν στο σημείο αυτό, είχε αρχίσει να αισθάνεται ένα ξαφνικό και απροσδιόριστο βάρος να την γεμίζει μέσα της. Ένα συναισθηματικό βάρος που τελικά φαίνεται ότι συσσωρεύτηκε τόσο που κατάφερε να την κάνει να σταματήσει. Εκεί ακριβώς. Γιατί άραγε; Αισθάνθηκε να την κυριεύει μια θλίψη και να την πιέζει σαν ένα μαχαίρι από μέσα. Ένας πόνος που την έκανε να ασφυκτιεί. Άρχισε να ανασαίνει βαριά. Ήταν έτοιμη να δακρύσει. Έφερε το χέρι της μπροστά στο στόμα και τον μορφασμό πόνου που είχε πάρει το πρόσωπό της. Δεν ήξερε γιατί να της συμβαίνει τώρα αυτό. Άρχισαν να αναβλύζουν από μέσα της με έναν έντονο και ταυτόχρονα κάπως απόμακρο τρόπο αναμνήσεις από τα αγαπημένα της πρόσωπα που είχε αποχωριστεί, σκηνές που είχανε ζήσει μαζί, ευχάριστες στιγμές, ξεγνοιασιάς, επάρκειας … Αναμνήσεις σαν παλιές ξεθωριασμένες εφημερίδες που τις παρέσερνε ο άνεμος, αναμνήσεις τραβηγμένες και ξεριζωμένες από μέσα της. Απομακρυσμένες πλέον. Πέρα από κάθε άγγιγμα. Μόνη τώρα. Μόνη σε έναν εχθρικό και δυσάρεστο κόσμο, όπου κυριαρχούσε η απελπισία, η απώλεια, η παρακμή, η παράνοια … η δυστυχία… Μέχρι που αισθανότανε ότι θα την γονάτιζε για τα καλά αυτό το αόρατο βάρος. Αισθανότανε ότι δεν θα είχε το κουράγιο να συνεχίσει την ζωή της για πολύ ακόμη.

Σαν να φύσηξε ένα μικρό αεράκι και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν θα ήθελε να την δουν τίποτα περαστικοί σε αυτή την κατάσταση, και με αυτή την στιγμιαία σκέψη κατάφερε κάπως να αποσπάσει το νου της από αυτό που συνέβαινε και να συνέρθει. Ορθώθηκε, έβαλε για λίγο τις παλάμες στα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Αισθανόταν καλύτερα, αν και δεν είχε συνέρθει τελείως.
Πήρε την απόφαση και προχώρησε.
Στον εσωτερικό χώρο του νεκροταφείου δεν παρατηρούσε καμία άλλη ψυχή, ούτε υπήρχε κανένας άλλος ήχος εκτός από τον αργό βηματισμό της και μερικά μικρά κοφτά κελαηδίσματα πουλιών τα οποία μετά σώπασαν. Διέσχιζε σειρές και σειρές μνημείων. Οι σκιές που προκαλούσε ο ήλιος που έδυε μάκραιναν σταδιακά, και το μέρος καθώς και ο ουρανός είχανε πάρει μια κάπως απόκοσμη πορτοκαλί απόχρωση. Κοντοστάθηκε για λίγο και κοίταξε τον ουρανό και τα σχεδόν κοκκινωπά σύννεφα. Τι ωραία που έδειχναν. Και τι ωραία αίσθηση γαλήνης που φαινόταν να είχε απλωθεί παντού γύρω. Σαν να βρισκόταν σε ένα άλλο τοπίο, μακριά από την πόλη, μακριά από τον συνωστισμό και την φασαρία. Γιατί δεν μπορούσαν να είναι περισσότερα απογεύματα έτσι;!
Ο νους της όμως σαν επιτακτικός φρουρός της ξαναθύμισε τον λόγο που είχε έρθει. Γύρισε και κοίταξε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Λίγα μέτρα πιο μπροστά βρισκόταν το μνημείο της χαμένης οικογένειάς της. Έμοιαζε σαν να την περίμενε. Σαν να περίμενε την παρέα της. Πρώτη φορά αισθανόταν έτσι. Σαν να υπήρχε εκεί κάτι μοναχικό, όπως είχε αισθανθεί και εκείνη λίγο πριν στην πύλη. Όμως γιατί όλα αυτά έτσι ξαφνικά;!
Πλησίασε.
Μερικά ξερά φύλα δέντρων είχανε πέσει γύρω από το μνήμα καθώς αυτό ορθωνότανε ελαφρά γκριζωπό, με την επιγραφή του και μια ανάγλυφη παιδική αγγελική μορφή να το στολίζει απλά. Στο κάτω μέρος, μέσα σε ένα φανάρι τρεμόπαιζε η φλόγα από το καντήλι. Σε λίγη ώρα θα έσβηνε. Πόσο καιρό προσπαθούσε να διατηρήσει την φλόγα του… Σε τι ωφελούσε άραγε όλη αυτή η μονότονη τελετουργία. Είχαν όντως ανάγκη οι νεκροί από καντήλια, θυμιάματα και λουλούδια; Δεν έφτανε να τους αγαπάς και να τους θυμάσαι;! Κάνουμε πολλά πράγματα στη ζωή μας γιατί έτσι βλέπουμε τους υπόλοιπους γύρω να κάνουνε, χωρίς να γνωρίζουμε γιατί πραγματικά τα κάνουμε, και κατά πόσο ωφελούν. Στεκόταν εκεί χαμένη σε σκέψεις που δεν είχε ξανακάνει, ή μάλλον στις οποίες δεν είχε δώσει σημασία παλιότερα. Είχε σκοτεινιάσει κάπως περισσότερο.

… Από την άκρη του οπτικού της πεδίου συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι κάτι υπήρχε μερικά μέτρα παραδίπλα… Κάποια φιγούρα στεκότανε… Γύρισε απότομα. Θα ορκιζότανε ότι ήτανε απλώς άλλο ένα μνήμα. Ένα ψηλό μνήμα. Αλλά, όχι. Ήτανε κάποιος. Η ψηλή μορφή...ενός άνδρα, με μακριά ίσια ξανθά μαλλιά, φορούσε ένα μακρύ καφετί παλτό. Ήταν γυρισμένος στο πλάι και κοιτούσε....τον ουρανό! Φαινόταν να μην της δίνει σημασία. Δεν μπορούσε να δει καλά το πρόσωπό του. Πώς και δεν τον πρόσεξε πιο πριν όταν κατευθυνόταν στο μνήμα των δικών της; Προφανώς ήταν πολύ αφηρημένη. Αλλά και πάλι, ούτε άκουσε κανέναν να πλησιάζει μετά. Το επόμενο δευτερόλεπτο ξαφνιάστηκε κάπως.
“Γιατί άραγε συμβαίνουν όλα όσα συμβαίνουν;” είπε κοιτάζοντας ακόμη ψηλά. “Πόσο θα θέλαμε όλοι να ήτανε τα πράγματα διαφορετικά.” Η φωνή του είχε μια ωραία χροιά και ακουγότανε ήρεμη, αν και προβληματισμένη.
Η Κατερίνα τον κοιτούσε για λίγο. Έμοιαζε σαν να έκανε κι εκείνος τις ίδιες σκέψεις με εκείνη, ή,…σαν να αντιλαμβανόταν τις δικές της.
Σκέφτηκε ότι μπορεί να είχε αποχωριστεί κι εκείνος κάποιον ή κάποιους, αλλά ρίχνοντας μια ματιά πιο μπροστά του είδε ότι δεν υπήρχε κανένα μνήμα, παρά μόνο ένας θάμνος με αγριόχορτα και ένα δέντρο.
“Μην αναλώνεσαι σε ότι έχει συμβεί και έχει περάσει, αλλά στο τι γίνεται από εδώ και πέρα,” ξαναμίλησε ο ξένος. “Οι δοκιμασίες διαδέχονται η μια την άλλη, και μια καινούργια διασταυρώνεται τώρα με το μονοπάτι σου.”
Εκείνη απορημένη μην έχοντας κάτι να πει, τον κοιτούσε σαστισμένη. Μήπως ήταν κανένας παράξενος που είχε όρεξη για φλυαρία;
Εκείνος τώρα χαμήλωσε το βλέμμα του προς τα κάτω. Ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε κάνοντας τα μαλλιά και το μακρύ λεπτό παλτό του να ανεμίσουν λίγο. Εκείνη έπιασε τον γιακά της ζακέτας της πιο κοντά στον λαιμό της. Παρόλη την μουντάδα, από το προφίλ του προσώπου του φαινόταν να έχει ωραία χαρακτηριστικά, και το σώμα του στεκόταν σαν κομψή αγαλμάτινη φιγούρα.
“Ποιος ήσαστε;” κατάφερε τελικά να τον ρωτήσει.
Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός για λίγο και φαινότανε σαν να μην την είχε ακούσει.
“Τι σημασία έχουν τα ονόματα.” Απάντησε μετά.
Σε λίγο συνέχισε, “Έχεις ένα χάρισμα στην διάθεσή σου. Υπάρχει για κάποιο λόγο. Χρησιμοποίησέ το.” … “Δεν είσαι η μόνη. Και δεν πρέπει να λυγίσεις.”
Έστριψε το κεφάλι του και την κοίταξε για πρώτη φορά, όμως κατά κάποιο τρόπο έμοιαζε σαν να την ήξερε ήδη…από πριν. Οι λέξεις που είπε στην συνέχεια έβγαιναν με μια ιδιαίτερη έμφαση. “Η κάθε κίνηση, του κάθε ενός είναι κρίσιμη, και παίζει σημαντικό ρόλο…σε πολλά. Αυτό που συμβαίνει σε αυτό τον κόσμο είναι πολύ μεγαλύτερο από ότι φαίνεται. Από εμάς εξαρτάται εάν θα αλλάξει κάτι.”
Δεν μπορούσε να διαβάσει το πρόσωπό του. Τι εννοεί; Γιατί μου τα λέει αυτά; σκέφτηκε η Κατερίνα.
Σαν να της άφησε μια στιγμή να συνειδητοποιήσει τι της είπε. Και μετά κοιτάζοντας μπροστά, “Αυτά είχα να σου πω για την ώρα.”
Ύστερα, ο ξένος γύρισε και άρχισε να απομακρύνεται σταθερά. Είχε σκοτεινιάσει αρκετά τώρα. Εκείνη κοντοστεκόταν μπερδεμένη και τον ακολουθούσε με το βλέμμα της. Σε λίγο της ήρθε να τρέξει ξωπίσω του και να του ζητήσει κάποια εξήγηση,...μα όταν έφτασε στην πύλη δεν μπορούσε να τον διακρίνει πουθενά.

Τι να σήμαιναν όλα αυτά το τελευταίο μισάωρο;!
Ξαφνικά θυμήθηκε ότι θα καθυστερούσε στην δουλειά της. Βγήκε έξω και επιτάχυνε το βήμα της. Ένα δεκάλεπτο μετά θυμήθηκε ότι τελικά είχε ξεχάσει να ανάψει το καντήλι, και τώρα θα έσβηνε. Όπως είχε σβήσει και το φως της ημέρας…και είχε απλωθεί η νύχτα.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Η ιστορία της Κατερίνας (μέρος 2ο)

Την επόμενη μέρα στη δουλειά της έφταιγαν τα πάντα. Την ενοχλούσε ο κόσμος που συνωστίζονταν έξω από τα Επείγοντα και έκανε φασαρία, την ενοχλούσαν οι συνάδελφοι που θεωρούσε ότι δεν έκαναν καλά τη δουλειά της και πάνω από όλα της έφταιγαν οι νεαροί γιατροί, το ύφος τους, το «τουπέ» τους, η ανικανότητά τους. Ακόμα και οι ασθενείς που βογγούσαν από τον πόνο ένιωθε ότι της τρυπούσαν τα αυτιά. Δεν άντεχε άλλο αυτή την κατάσταση, βγήκε έξω και πήγε να ρίξει νερό στο πρόσωπό της. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε πως αυτό που τόσα χρόνια έκανε την είχε κουράσει και ήταν σαν να συνειδητοποιούσε την ευθύνη που είχε απέναντι σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που την κοίταζαν με προσμονή. Ίσως τελικά να μην ήταν τόσο πολύ ανθεκτική στον πόνο των άλλων όσο νόμιζε και πολύ πιθανό να περνούσε και στους άλλους μια λανθασμένη εικόνα. Ίσως πάλι να είχε ασχοληθεί υπερβολικά πολύ με τους άλλους και να είχε παραμελήσει τον εαυτό της.
Όποια και αν ήταν η αιτιολογία, όμως, το δεδομένο ήταν ότι ένιωθε πολύ κουρασμένη και σωματικά και ψυχολογικά. Θα έπρεπε, ίσως, να πάρει μια άδεια και να μείνει σπίτι της να ξεκουραστεί. Εξάλλου δεν είχε πάρει καθόλου άδεια από τότε που έχασε την οικογένειά της. Γύρισε στο τμήμα της αποφασισμένη να ζητήσει άδεια, όταν περνώντας από το δωμάτιο 6, είδε τη νεαρή κοπέλα να την κοιτάζει με βλέμμα που έδειχνε ότι πονούσε. Την πλησίασε, στάθηκε από πάνω της και της χάιδεψε τα μαλλιά. Το κόκκινο εξάνθημα στο λαιμό της δεν είχε υποχωρήσει και η Κατερίνα σκέφτηκε να ζητήσει τη γνώμη των γιατρών. Άπλωσε τα χέρια της πάνω του και ένιωσε τα δάχτυλά της να καίγονται. Η κοπέλα πήρε μια έκφραση δυσφορίας και προσπάθησε να αποτραβηχτεί. « Η δύστυχη» σκέφτηκε η Κατερίνα. Κανείς δεν είχε έρθει να την επισκεφτεί αλλά και οι ίδιοι οι άρρωστοι είχαν ζητήσει να μην τους βάλουν δίπλα της, χωρίς να εξηγούν το λόγο. Μουρμούριζαν μόνο δυσαρεστημένοι και τα βράδια, όσοι από αυτούς μπορούσαν να περπατήσουν έκοβαν βόλτες στο διάδρομο αντί να μένουν στο δωμάτιο και να κοιμούνται.
Η Κατερίνα ένιωσε μια απέραντη συμπόνια για το νεαρό κορίτσι αλλά ταυτόχρονα ένιωθε και να την απωθεί. Δεν μπορούσε να πάρει άδεια και να αφήσει την κοπέλα να υποφέρει, θα ήταν πολύ εγωιστικό εκ μέρους της. Και δεν ήταν μόνο το κορίτσι, ήταν και όλοι εκείνοι οι άρρωστοι που χαίρονταν να τη βλέπουν, που άκουγαν λόγια παρηγοριάς από εκείνη και η κατάστασή τους βελτιωνόταν σαν από θαύμα. Η Κατερίνα πίστευε στα θαύματα αλλά πιο πολύ νόμιζε ότι η ψυχολογική υποστήριξη που τους έκανε, κινητοποιούσε μέσα τους μηχανισμούς αυτοεπιδιόρθωσης, που η συμβατική ιατρική δεν παραδεχόταν, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό. Έτσι, χαμένη στις σκέψεις της, αποφάσισε να μην πάρει άδεια, όχι πριν αναρρώσει η κοπέλα, τουλάχιστον.
Οι αισθήσεις της, όμως, ένιωσε ότι είχαν οξυνθεί. Τώρα, όπου και να βρισκόταν, νόμιζε πως η ακοή της μπορούσε να διαπεράσει τοίχους και εμπόδια και να ακούσει τις φωνές ανθρώπων που πονούσαν για κάθε λόγο, σωματικό και ψυχικό. Μάλιστα, έμαθε να ξεχωρίζει την ιδιαίτερη χροιά του κάθε πόνου. Ο σωματικός πόνος μπορεί να έβγαζε ένα μουγκρητό ή κραυγές, οι άνθρωποι όμως που πονούσαν ψυχικά, έβγαζαν ένα συνεχόμενο βόμβο που ενοχλούσε τα αυτιά όσο τίποτα άλλο. Και αυτός ο βόμβος ακουγόταν συνέχεια, σε αντίθεση με τους θορύβους του σωματικού πόνου, όπου κι αν πήγαινε. Το μοναδικό απόλυτα ήσυχο μέρος ήταν το νεκροταφείο, που φαινόταν να εμποδίζει κάθε θόρυβο των επισκεπτών του να φτάσει στα αυτιά της Κατερίνας.
Αλλά και η όρασή της είχε αλλάξει. Τώρα μπορούσε να βλέπει μέσα στα σώματα των ανθρώπων κάθε οργανική βλάβη. Πνεύμονες μαύρους από την πίσσα του καπνίσματος, σηκώτια κατεστραμμένα από το αλκοόλ, όργανα διαβρωμένα από τον καρκίνο αλλά το κυριότερο που έβλεπε ήταν οι ψυχές. Αυτές φαίνονταν σαν ένα πυκνό σύννεφο καπνού, που υπήρχε στις εξής αποχρώσεις. Σε άλλους ήταν κατάμαυρο, σαν νέφος καυσαερίων, σε άλλους ήταν χρυσό και σε μερικούς άλλους λευκό. Δεν μπόρεσε να καταλάβει τι αντιπροσώπευε η κάθε απόχρωση και αυτή η απορία δεν της λύθηκε ποτέ.
Το πιο παράξενο από όλα ήταν ότι δεν της έκαναν καμία απολύτως εντύπωση αυτές οι αλλαγές, τις δέχτηκε σαν κάτι το απόλυτα φυσιολογικό και λογικό αν και τις εκμυστηρεύτηκε μόνο στην προϊσταμένη της, ένα βαθιά μορφωμένο και θρησκευόμενο άτομο που προβληματίστηκε έντονα. Της πρότεινε να επισκεφτεί έναν ψυχολόγο και αναρωτήθηκε αν έπρεπε να την αφήσει να εξακολουθεί να δουλεύει αλλά η Κατερίνα της αποκρίθηκε ότι ποτέ δεν είχε κάνει το παραμικρό λάθος στη δουλειά της και πως δεν χρειαζόταν τη βοήθεια κανενός ειδικού.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Η ιστορία της Κατερίνας (μέρος 1ο)

Η Κατερίνα είχε κιόλας φτάσει σαράντα χρονών χωρίς να το έχει καταλάβει. Γενικά, δεν πολυθυμόταν πως είχαν περάσει τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής της, μετά το δυστύχημα εκείνο που μέσα σε μια νύχτα της είχε στερήσει τον άντρα και τα δυο της μικρά παιδιά. Ήταν πολύ νέα τότε, χαρούμενη, ευτυχισμένη που το όνειρό της, η δημιουργία μιας οικογένειας, είχε πραγματοποιηθεί, αφού ποτέ δεν είχε ζητήσει τίποτα άλλο από το Θεό. Και όμως, στην κορύφωση της ολοκλήρωσής της γνώρισε τη μεγαλύτερη δυστυχία, τον απόλυτο θάνατο εκείνων που αγαπούσε πάνω από το καθετί.
Παρόλα αυτά, δεν το έβαλε κάτω. Μόνη της, με ελάχιστη ηθική και υλική βοήθεια, έβαλε ξανά τη ζωή της σε τάξη, βρήκε το κουράγιο που είχε αποθηκευμένο μέσα της και προχώρησε. Μιας και ήταν Νοσηλεύτρια στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, καθημερινά ερχόταν σε επαφή με το θάνατο και την απόγνωση και φαίνεται πως είχε μάθει να τα αντιμετωπίζει αρκετά καλά. Οι συνάδελφοί της την αγαπούσαν γιατί ήταν πάντα χαμογελαστή, παρά την προσωπική της απώλεια, ήταν έμπειρη στο επάγγελμά της, με πολλές γνώσεις και ιδιαίτερα δραστήρια και υπερκινητική. Και είχε μια καταπληκτική αίσθηση του χιούμορ που δεν δίσταζε να αυτοσαρκάζεται για τα πολλά παραπανίσια κιλά της, που είχε πάρει μετά το θάνατο της οικογένειάς της. Κανείς όμως δεν στεκόταν σε αυτό, γιατί οι κινήσεις της είχαν πάντα μια τόση χάρη και λεπτότητα που χαριτολογώντας θα έλεγε κανείς πως μόνο σε ένα ξωτικό θα ταίριαζαν.
Αλλά και οι ασθενείς της την λάτρευαν γιατί τους περιποιόταν με τόση αγάπη που πολλοί θεωρούσαν ότι η βελτίωση της υγείας τους οφείλονταν αποκλειστικά σε αυτή και όχι στις γνώσεις των γιατρών. Εξάλλου, δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν συμφωνούσε με τους γιατρούς στις διαγνώσεις τους, κυρίως σε περιστατικά σοβαρών τροχαίων ατυχημάτων και καρκίνων, όπου αμφισβητούσε συνήθως τη σοβαρότητα της κατάστασης. « Έλα καϋμένε», έλεγε ένα βράδυ σε έναν Διευθυντή γιατρό, « σίγουρα είναι προχωρημένος ο καρκίνος του αλλά θα βελτιωθεί και νομίζω πως σε βάθος χρόνου θα το ξεπεράσει, αρκεί να μη χάσει το κουράγιο του». «Μα, έχει τόσες πολλές μεταστάσεις και σε τόσο κρίσιμα όργανα που θα είναι θαύμα αν κατορθώσει να ζήσει μερικούς μήνες και σίγουρα με ανύπαρκτη ποιότητα ζωής» της αντιγύριζε και τότε χαμογελώντας του απαντούσε «Θαύματα όμως εξακολουθούν να γίνονται». Και πράγματι ο ασθενής γινόταν καλά, σαν από θαύμα. Όμως εκείνη έσκυβε πάνω από τον ασθενή τις νύχτες που πονούσε παρά τις τόσες μορφίνες που του είχε κάνει και του χάιδευε τα μαλλιά με το χέρι της που εκ γενετής είχε λευκοπλακία και ήταν γεμάτο λευκά στίγματα. Κανείς δεν την υποχρέωνε να το κάνει, δεν ήταν μέσα στα υποχρεωτικά της καθήκοντα και όμως εκείνη το έκανε.
Για αυτούς, λοιπόν και για άλλους τόσους λόγους όλοι την αγαπούσαν και με τον καιρό οι γιατροί την εμπιστεύονταν περισσότερο και από τον ίδιο τους τον εαυτό. Το τμήμα Επειγόντων πάντα βρισκόταν σε τάξη και ηρεμία όταν είχε βάρδια η Κατερίνα. Όμως, τα βράδια μόνη της έπεφτε για ύπνο και η μόνη της έξοδος ήταν μέχρι το νεκροταφείο, όπου καθημερινά άναβε το καντήλι στον τάφο του συζύγου και των παιδιών της και ποτέ κανείς δεν την είδε να κλαίει. Μόνο αναστέναζε.
Παρόλα αυτά, η λευκοπλακία μέρα με τη μέρα επεκτεινόταν όλο και περισσότερο στο κορμί της και οι συνάδελφοί της ήξεραν πως αυτό οφειλόταν στην ψυχολογική της κατάσταση και στο ξέσπασμα που ποτέ, ούτε την ώρα της κηδείας είχε κάνει. Ήταν ευχαριστημένοι πάντως που δεν της είχε συμβεί κάποιο χειρότερο και πιθανώς θανατηφόρο ψυχοσωματικό φαινόμενο, μέχρι που άρχισαν να ασπρίζουν τα μαλλιά της, πρώτα στους κροτάφους και τελικά, παρά τη σχετικά μικρή ηλικία της, απέκτησε κατάλευκο μαλλί.

Ένα Σαββατόβραδο, ξημερώνοντας Κυριακή και ενώ είχε βάρδια μόνη της μαζί με έναν ειδικευόμενο γιατρό, το ασθενοφόρο έφερε ένα ακόμα θύμα τροχαίου ατυχήματος. Ήταν μια νεαρή γυναίκα, όχι πάνω από τριάντα ετών, με πολλαπλά τραύματα στο θώρακα και στο κρανίο, πλημμυρισμένη στα αίματα. Αμέσως της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και η Κατερίνα τα είχε όλα ετοιμάσει. Η κατάσταση της κοπέλας δεν ήταν πάρα πολύ σοβαρή, έτσι τουλάχιστον έδειξαν οι εξετάσεις, οπότε παρέμεινε όλη τη νύχτα στο τμήμα βραχείας νοσηλείας και η Κατερίνα ξαγρύπνησε στο πλευρό της. Φαίνεται, όμως, πως έπασχε από μετατραυματικό σοκ γιατί ο ύπνος της ήταν ανήσυχος και παραμιλούσε ακατάληπτες εκφράσεις ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να χαλαρώσει το γιακά του νυχτικού της που ένιωθε να τη στενεύει. Η Κατερίνα προσπάθησε να τη βοηθήσει και τότε είδε στο πίσω μέρος του λαιμού της κάτι μεγάλα κόκκινα σημάδια, σαν εκείνα που βγάζουν τα μωρά όταν συγκαίγονται. Αμέσως, σαν καλή νοσηλεύτρια, πήρε μια αλοιφή και έβαλε πάνω τους σε μια προσπάθεια να την ανακουφίσει αλλά φαίνεται πως η ενέργειά της δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Ένιωσε τα μάτια της να βαραίνουν και νύσταξε όσο δεν είχε ποτέ στη ζωή της. Αλλά ο ύπνος της δεν ήταν όπως συνήθως ελαφρύς, αντίθετα ήταν γεμάτος από σκοτεινά όνειρα που δεν θυμόταν την επόμενη μέρα παρά μόνο αποσπασματικά.
Πήγε σπίτι της και για πρώτη φορά ένιωθε λυπημένη και κουρασμένη τόσο που η σκέψη ότι το βράδυ έπρεπε να ξαναπάει στη δουλειά της την έκανε να δυσανασχετεί. Θυμήθηκε τις παλιές, ευτυχισμένες ημέρες κοντά στην οικογένειά της και δάκρυσε αλλά προσπάθησε να ηρεμήσει τον εαυτό της. «Μάλλον το τροχαίο της κοπέλας με επηρέασε περισσότερο από όσο έπρεπε» σκέφτηκε και έπεσε ξανά για ύπνο που για μια ακόμα φορά ήταν ταραγμένος. Είδε ότι βρισκόταν σε ένα νησί γεμάτο από κόσμο, υπερβολικά πολύ κόσμο, που συνωστιζόταν γύρω της και την έπνιγε.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Ρέκβιεμ

Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και αργά το γύρισε. Ο μεταλλικός ήχος της κλειδαριάς ακούστηκε δυνατός στον έρημο διάδρομο καθώς η πόρτα έτριζε ανοίγοντας. Στα μάτια της φάνηκε το διαμέρισμα που βρισκόταν σε εκείνο τον μελαγχολικό δρόμο της Αθήνας. Τα έπιπλα καλυμμένα με σεντόνια, τα παράθυρα κλειστά. Κρύο έκανε, είχε υγρασία. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και άνοιξε το φως. Έριξε μια ματιά θλιμμένη σε όλα τα δωμάτια και στο γραφείο στάθηκε για λίγα λεπτά. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της καθώς επάνω στη βιβλιοθήκη ένας νεαρός την κοιτούσε χαμογελώντας, μέσα από μια φωτογραφία. Την πήρε στα χέρια και δάκρυα με αναφιλητά έκαναν το κορμί της να τρέμει.
Σαράντα ημέρες είχαν περάσει από τότε που ο νεαρός της φωτογραφίας είχε πεθάνει τόσο ξαφνικά και τόσο άδικα που οργή ανακατεμένη με θλίψη είχε ξυπνήσει στην καρδιά της κοπέλας. Δεν ήταν όμως μόνο ο θάνατος που της προκαλούσε οργή. Κάτι άλλο είχε συμβεί, μια άγνωστη ιστορία που προηγήθηκε του θανάτου και πιθανόν να ήταν η αιτία που τώρα εκείνος βρισκόταν μακριά της για πάντα. Είχε αλλάξει μερικούς μήνες πριν πεθάνει, πριν σκοτωθεί σε εκείνο το φοβερό δυστύχημα που είχε προκαλέσει ανατριχίλα σε ολόκληρη τη χώρα. Μια τρομακτική σύγκρουση του αυτοκινήτου του με ένα σχολικό λεωφορείο είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο όλων των παιδιών που αβοήθητα κάηκαν μαζί με τον οδηγό τους, βυθίζοντας στην οδύνη τριάντα οικογένειες. Η Τροχαία είχε αποφανθεί πως για το ατύχημα έφταιγε ο νεαρός λόγω υπερβολικής ταχύτητας. Σκοτώθηκε όμως κι εκείνος με φοβερό τρόπο, καθώς ένα μεγάλο κομμάτι από τις προστατευτικές μπάρες είχε καρφωθεί στο στήθος του, λίγο πριν και το δικό του αυτοκίνητο πιάσει φωτιά. Ο θάνατός του δεν ήταν ακαριαίος, αφού το κοντάρι είχε περάσει ξυστά από την καρδιά, οπότε πέθανε –σύμφωνα με τους ιατροδικαστές– από αιμορραγία σε συνδυασμό με ασφυξία, λίγο πριν η φωτιά ολοκληρώσει το σκηνικό της τραγωδίας. Με αυτόν τον αποτρόπαιο τρόπο είχε ολοκληρωθεί ένα εξάμηνο παράξενο, μέσα στο οποίο ο νεαρός είχε γίνει αγνώριστος ακόμα και στα πολύ κοντινά του πρόσωπα, τόσο που μερικοί είχαν σκεφτεί πως ίσως έπασχε από πολλαπλές προσωπικότητες.
Η κοπέλα σκούπισε τα μάτια της που έσταζαν μέχρι το πάτωμα και προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Ο νεαρός είχε σπουδάσει δημοσιογραφία και, αφού εργάστηκε για τρία χρόνια σε μια τοπική εφημερίδα, δέχτηκε πρόταση για συνεργασία με ένα μεγάλο περιοδικό, την οποία χωρίς δεύτερη σκέψη δέχτηκε και μέσα σε μία εβδομάδα μετακόμισε στην Αθήνα, σε ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα κοντά στη λεωφόρο Μεσογείων.
Τον πρώτο καιρό πήγαιναν όλα καλά, τα άρθρα του στο περιοδικό ήταν δημοφιλή, πληρωνόταν καλά και πολύ συχνά κατέβαινε στα πάτρια εδάφη του για να δει τους γονείς, τους φίλους του κι εκείνη. Έδειχνε πολύ χαρούμενος τότε, γεμάτος ενέργεια, δημιουργικός, σχεδόν ευτυχισμένος. Ύστερα, όμως, κάτι άλλαξε. Ο νεαρός, λίγο πριν την αλλαγή, της είχε αποκαλύψει πως είχε ξεκινήσει μια δημοσιογραφική έρευνα σχετικά με αιρέσεις και παράξενες λατρείες. Είχε σκοπό να ερευνήσει τους σκοπούς της ύπαρξής τους, τους τρόπους με τους οποίους λειτουργούσαν και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνταν.
Προφανώς η έρευνά του τον απασχολούσε πολύ, γιατί σταδιακά σταμάτησε να επισκέπτεται τους φίλους του. Ακόμα και με την ίδια αραίωσε τις επαφές, περιορίζοντάς τις μόνο σε τηλεφωνήματα και συνομιλίες μέσα από το διαδίκτυο. Η κοπέλα θυμόταν πως σε μια από τις συνομιλίες τους, της είχε εκμυστηρευτεί πως είχε βρει μια αίρεση, η οποία ήταν ό,τι πιο παράξενο είχε ποτέ του συναντήσει. Συγκεκριμένα, τα μέλη της λάτρευαν μια Τριάδα με παράξενα ονόματα, η οποία αποτελούνταν από τον υιό Κεμ Άναχ, τον ύψιστο θεό, την μητέρα του την Καρανάθ, της οποίας το όνομα έμοιαζε με μιας αρχαίας φοινικικής θεότητας και τον πατέρα Γκεντν Γκαλλέι, ο οποίος πιθανώς αντιπροσώπευε το χάος ή κάτι παραπλήσιο.
Μία ακόμα πληροφορία που της είχε δώσει, ήταν πως τα μέλη εκείνης της αδελφότητας βρίσκονταν σε πόλεμο μεταξύ τους, καθώς πίστευαν πως κάνοντας κακό ο ένας στον άλλο, ανέβαιναν ιεραρχικά και μάλιστα, αποκτούσαν μεγαλύτερο βαθμό όσο μεγαλύτερης κλίμακας ήταν το «κακό» που θα προξενούσαν. Υποτίθεται πως αποκτούσαν δυνάμεις πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα, αφού πρώτα αποδέχονταν αυτό που συνήθιζαν να αποκαλούν «κάλεσμα». Το σημάδι της αποδοχής ήταν μια κόκκινη κηλίδα σε κάποιο σημείο του σώματός τους, που έμοιαζε τις περισσότερες φορές με δερματοπάθεια. Η κηλίδα εκείνη πίστευαν πως προκαλείται από έναν παράξενο μικροοργανισμό, εξωγήινης προέλευσης και είχε δική της νοημοσύνη, λειτουργώντας ως ενδιάμεσο μεταξύ του ανθρώπου–ξενιστή και των θεοτήτων, δίνοντας στους ανθρώπους τις δυνάμεις που ισχυρίζονταν πως αποκτούσαν.
Η επιλογή του ανθρώπου που θα γινόταν το κάλεσμα δεν ήταν ξεκαθαρισμένο εάν ήταν τυχαία ή ακολουθούσε κάποιο σχέδιο, πάντως φαινόταν πως όλοι οι άνθρωποι, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, θα μπορούσαν να γίνουν ημίθεοι σε βαθμό που να επικοινωνούν με τον ίδιο τον Κεμ Άναχ ή με κάποιον άλλο από τους θεούς.
Στην αρχή, ο νεαρός διακωμωδούσε εκείνες τις αντιλήψεις και μαζί με την κοπέλα τις χλεύαζαν, ωστόσο ήθελε να συναντήσει προσωπικά κάποιον από αυτούς, αφού έως τότε είχε ακούσει μόνο φήμες και τίποτε άλλο, όση έρευνα και αν είχε κάνει. Η επιθυμία του είχε καταλήξει να είναι σχεδόν έμμονη ιδέα. Προσπάθησε να παρεισφρύσει σε κύκλους σατανιστών μήπως μάθει κάτι περισσότερο αλλά στάθηκε άτυχος και παραλίγο μια φορά να βρεθεί σοβαρά μπλεγμένος, οπότε σταμάτησε τις απόπειρες και βάλθηκε να ψάχνει μανιωδώς, κυρίως στο διαδίκτυο για περισσότερες πληροφορίες και σε διάφορους underground χώρους.
Ποτέ δεν αποκάλυψε αν κατάφερε να βρει εκείνο που ήθελε, όμως η κοπέλα θυμόταν μετά από μερικούς μήνες να συναντιέται με το φίλο της και εκείνος να είναι ιδιαίτερα χαρούμενος, λέγοντάς της πως είχε βρει σπουδαίο υλικό, έχοντας διαβάσει κάποιο βιβλίο που κυκλοφορούσε μόνο σε πολύ κλειστούς κύκλους. Το βιβλίο εκείνο υποτίθεται πως έγραφε τα πάντα που αφορούσαν τις σκοτεινές εκείνες θεότητες, τους τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί τους και διάφορα άλλα που δεν της αποκάλυψε. Φαινόταν ενθουσιασμένος με το υλικό που είχε βρει, αλλά η κοπέλα παρατήρησε πως οι κινήσεις του είχαν γίνει κάπως νευρικές και επαναλαμβανόμενες. Ας πούμε, συνεχώς έξυνε το στήθος του με μανία και κοίταζε ψηλά, λες και έβλεπε κάτι που η κοπέλα δεν μπορούσε να δει.

Το επόμενο διάστημα που μιλούσαν στο internet, η κοπέλα παρατήρησε πως είχε γίνει πολύ νευρικός και μιλούσε υποτιμητικά για τους ανθρώπους, χρησιμοποιώντας διαρκώς τη λέξη «σκουλήκια» όταν αναφερόταν σε εκείνους, ενώ χαρακτήριζε την ευφυΐα του ανθρώπινου είδους ως εξαιρετικά πρωτόγονη. Αυτό μπορεί να μην ακούγεται περίεργο, όμως για το νεαρό αποτελούσε μια σαφή αλλαγή από το συνηθισμένο και η κοπέλα ανησύχησε, κυρίως όταν την επόμενη φορά που τον είδε, είχε αδυνατίσει πολύ και είχε αλλάξει εμφανισιακά. Συγκεκριμένα είχε γίνει πιο «σκληρός», με περισσότερο αδρά χαρακτηριστικά, ενώ είχε την υποψία πως ακόμα και ο σκελετός του φίλου της είχε μεταβληθεί ελαφρώς. Εκείνη την τελευταία φορά που τον είδε ζωντανό, ήταν λιγότερο ομιλητικός, παρ’ όλα αυτά, όμως, της είχε πει πράγματα που την είχαν τρομάξει, όχι μόνο εξαιτίας του περιεχομένου τους, αλλά και λόγω της εκφοράς του λόγου του φίλου της. Μιλούσε αργά, κουρασμένα, με φωνή μονότονη, μηχανική σχεδόν, σαν να είχε παραιτηθεί, σαν να μην έβρισκε κανένα απολύτως νόημα στη ζωή. Της είχε πει ότι του φαινόταν συναρπαστικό να μπορούσε κι εκείνος να αποκτήσει δυνάμεις εξωανθρώπινες, όπως ακουγόταν ότι είχαν άνθρωποι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας χωρίς να το υποψιαζόμαστε. Μπορεί να είναι ο περιπτεράς που αγοράζουμε τσιγάρα, η γριούλα που βλέπουμε τις Κυριακές να πηγαίνει στην εκκλησία ή ακόμα και ο αλλοδαπός που μας καθαρίζει τα τζάμια στο φανάρι…
Τότε ήταν που της είχε πει πως είχε μάθει ότι οι πιστοί του Κεμ Άναχ μπορούσαν ακόμα και το θάνατο να ξεγελάσουν με διάφορους τρόπους και να ζήσουν για πάντα αλλάζοντας μορφή, παίρνοντας σταδιακά την όψη των θεών που λάτρευαν. Υποτίθεται πως η μεταμόρφωση ήταν το τελικό στάδιο και η ολοκλήρωση της εξέλιξης των δυνάμεών τους. Η κοπέλα ένιωσε ανατριχίλα να κατεβαίνει από τον αυχένα της προς τη σπονδυλική στήλη, όταν ο φίλος της είπε ότι πολλά ατυχήματα και εγκλήματα από εκείνα που διαβάζουμε καθημερινά στις εφημερίδες, δεν οφείλονταν σε καμία τύχη ή σύμπτωση αλλά ήταν αποτέλεσμα της εκδήλωσης των δυνάμεων των πιστών του Κεμ Άναχ, οι οποίοι είχαν επίσης τη δυνατότητα να εκπέμπουν ένα κόκκινο φως από την παλάμη τους! Ο ίδιος, χαμηλώνοντας τη φωνή του, σχεδόν ψιθυριστά της αποκάλυψε ότι μερικές φορές τις νύχτες, μπορούσε να διακρίνει ότι η παλάμη του φωσφόριζε με εκείνο το κόκκινο φως…
Η κοπέλα ταράχτηκε αφάνταστα στην τελευταία τους εκείνη συνάντηση. Πίστευε πως ο φίλος της, προφανώς αρρωστημένα συνεπαρμένος από την αίρεση που μελετούσε και ίσως λόγω της πίεσης που του ασκούσε η αλλαγή περιβάλλοντος, είχε αρχίσει να εκδηλώνει κάποια ψυχιατρική νόσο που του προκαλούσε παραισθήσεις. Προσπάθησε να τον πείσει να συναντήσει κάποιον ειδικό αλλά οι παρακλήσεις της έπεσαν στο κενό και μάλιστα ο φίλος της έδειξε να εκνευρίζεται ελαφρώς που δεν τον πίστευε, αν και όπως της είπε, το κατανοούσε.
Οι υπόλοιπες ημέρες κύλησαν για την κοπέλα μέσα σε αμφιβολία και φόβο για το φίλο της. Στις συνομιλίες τους στο τηλέφωνο, εκείνος ακουγόταν κουρασμένος, η φωνή του είχε βαρύνει πάρα πολύ και είχε αποκτήσει μια διαφορετική χροιά, ενώ και η προφορά του είχε γίνει ελαφρώς ξενική. Τον πίεσε πολύ να πάρει λίγες ημέρες άδεια και να κατέβει στο σπίτι του, όμως εκείνος ήταν ανένδοτος. Της είπε πως ήταν πολύ κοντά στο να γνωρίζει έναν οπαδό εκείνης της θρησκείας, ο οποίος ήταν γνώστης μεγάλων μυστικών και μπορούσε να τον ενημερώσει για πολλά θέματα. Της είπε ακόμα πως οι έρευνές του τον είχαν οδηγήσει σε μερικούς ακόμα πιστούς της Ανίερης Τριάδας, φοβόταν όμως πως τον είχαν ανακαλύψει και πως του έκαναν κάποιου είδους κακό, γιατί έβλεπε φαντάσματα και άκουγε περίεργους ήχους μέσα στο σπίτι.
Η κοπέλα ήταν πλέον σίγουρη ότι ο φίλος της ήταν σοβαρά άρρωστος και δεν ήξερε τι άλλο να έκανε για να τον βοηθήσει. Οι ανησυχίες της ηρέμησαν κάπως, όταν μετά από μερικές ημέρες τον άκουσε στο τηλέφωνο ξανά να της λέει πως όλα πήγαιναν καλά πλέον, ότι είχε ολοκληρώσει τις έρευνές του, πως τα περίεργα φαινόμενα είχαν σταματήσει και πως την επομένη θα κατέβαινε στα μέρη τους για ολιγοήμερες διακοπές. Αυτό, δυστυχώς, ποτέ δε συνέβη. Στο ταξίδι του, έχασε τον έλεγχο λόγω υπερβολικής ταχύτητας και συνέβη το τρομερό εκείνο δυστύχημα…
Κάτι όμως ένιωθε πως δεν πήγαινε καλά. Ήταν ύποπτος ο θάνατός του και αμέσως είχε πιστέψει πως η αίρεση είχε κάνει κακό στο φίλο της, αν και οι ειδικοί που εξέτασαν το όχημα δεν είχαν βρει καμία απολύτως βλάβη. Οι γονείς του δεν έκαναν την αναγνώριση του απανθρακωμένου πτώματος, αλλά η ταυτότητά του πιστοποιήθηκε με ειδικές ιστολογικές εξετάσεις και έλεγχο DNA. Το σπίτι του δεν το είχαν πειράξει καθόλου, ενώ εκεί βρίσκονταν τα αποτελέσματα της έρευνάς του, τα οποία η οικογένεια ζήτησε να αφεθούν εκεί μέσα, μιας και αγόρασαν το σπίτι για να τους θυμίζει, όπως έλεγαν, το γιό τους. Όλα αυτά δεν της φαίνονταν φυσιολογικά. Σηκώθηκε και έκανε άνω-κάτω το σπίτι, έψαξε όλα τα βιβλία και τις σημειώσεις του φίλου της, αναποδογύρισε συρτάρια και βρήκε ένα και μοναδικό χειρόγραφό του, το περιεχόμενο του οποίου την έκανε να ανοίξει το στόμα της διάπλατα.

Απόσπασμα από τη Βίβλο με τους Ύμνους των Νεκρών Θεών.

Ω θάνατε, το ξέρεις πως δεν υπάρχεις;
Ω, ένα πέρασμα είσαι στη χώρα των Σκιών,
που είναι πιο ζωντανή από τον κόσμο των ανθρώπων.
Ω θάνατε, δε θα σε αποφύγω, κοντά σου θα ‘ρθω,
για να με κάνεις Θεό, όμοιο με τους Θεούς μου.
Θα σε επιθυμήσω για να αλλάξω μορφή
και θα σου δώσω για αντάλλαγμα τις ζωές των άλλων.
Όσο περισσότερες, τόσο μεγαλύτερο το δώρο μου σε σένα.

Μακρύ το χέρι του Κεμ Άναχ,
μεγάλη η δύναμη της Καρανάθ,
απέραντος ο νους του Γκεντν Γκαλλέι,
θάνατε σε προστάζω στο όνομά τους, έλα,
πάρε τις ψυχές που σου προσφέρω,
πέταξε από πάνω μου το ρούχο του σώματός μου
και δως μου νέα ζωή, κάτω από το βλέμμα του Κεμ Άναχ.

Παρακάτω, με τον στρωτό γραφικό χαρακτήρα του φίλου της, είχε σημειωθεί η ακριβής ημερομηνία και ώρα που ο ίδιος είχε σκοτωθεί. Τώρα η κοπέλα ήξερε. Το αντάλλαγμα, τριάντα παιδικές ψυχές, είχε δοθεί.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Τρομος στο δασος (3) - το τέλος

Η επιχείρηση είχε αποφασιστεί να γίνει τη νύχτα της ίδιας ημέρας που είχε συμβεί το έγκλημα, ενώ είχαν προηγηθεί αρκετές δοκιμές σε ένα άλλο άλσος, ώστε όλα να ήταν τέλεια, καθώς το παραμικρό λάθος θα μπορούσε να οδηγήσει το όλο εγχείρημα σε αποτυχία. Ο αστυνόμος Α. μάλιστα είχε φροντίσει να προετοιμαστεί και με διάφορους άλλους τρόπους. Είχε από νωρίς το πρωί πάει στην εκκλησία για να προσευχηθεί, ενώ μέσα από άλλους, σκοτεινότερους τρόπους είχε κατορθώσει να βρει ορισμένες προσευχές που θα μπορούσαν ίσως να αντιμετωπίσουν την επίθεση του πλάσματος, εάν φυσικά αποφάσιζε να εμφανιστεί μπροστά τους. Γνώριζε καλά πια πόσο κακόβουλο πλάσμα ήταν αλλά δεν γνώριζε πόσο πονηρό ήταν και εκείνη τη νύχτα έμελε να το διαπιστώσει.

Η ομάδα των αστυνομικών ξεκίνησε την αποστολή της μπαίνοντας στο άλσος μόλις έπεσε το βαθύ σκοτάδι και με σιγανή φωνή έκαναν τις πρώτες συνεννοήσεις. Όλα γίνονταν σύμφωνα με το σχέδιο, όταν ο αστυνόμος είδε έναν άστεγο και προφανώς μεθυσμένο τύπο να μπαίνει στο δάσος και να ξαπλώνει σε ένα παγκάκι. Έξαλλος μίλησε με την ομάδα περιφρούρησης, από την προσοχή των οποίων προφανώς είχε ξεφύγει ο άστεγος. Τώρα όμως ήταν πολύ αργά για να αντιδράσουν, οπότε τον άφησαν να κοιμάται ανενόχλητος, μέσα σε ένα σωρό από σακούλες που είχε φέρει μαζί του για να λειτουργήσουν ως ένα αξιοθρήνητο στρώμα. Πέρασε περισσότερο από μία ώρα χωρίς να έχει παρατηρηθεί η παραμικρή ύποπτη κίνηση. Ο αστυνόμος, σαν το ανυπόμονο θηρίο, ακούραστα περπατούσε σε ολόκληρο το άλσος, κρυβόταν μέσα στις φυλλωσιές, κρατούσε όλες τις αισθήσεις του σε επιφυλακή. Βλαστήμησε μέσα του μια δυο φορές και αμέσως το μετάνιωσε που έβριζε τα θεία, στη βοήθεια των οποίων πρόσβλεπε.

Τότε, μια πονηρή ιδέα γεννήθηκε μέσα του. Στάθηκε στη μέση του πάρκου, έριξε μια ματιά τριγύρω του στους μεταμφιεσμένους αστυνομικούς και με μάτια στραμμένα στον ουρανό, σιγανόφωνα έψαλε «Ω Κεμ Άνακχ, άνακτα και νικητά των αρχαίων, δως μοι την απόγνωσιν! Ως Καρανάθ οδυρόμενος ικέτης σου, εν μέσω της νυχτός κλαίων, έρπων, επι γονάτων Γκεντν Γκαλλέι ολοφυρόμενος, κολάζων κολαζόμενος, επι τοις μνήμασιν αλαλάζων, ως φωνή δαίμονος μεσονυκτικού, ως κολάσεως αποφορά, δέομαί Σοι Κεμ Άνακχ, παράσχου μοι την Απόγνωσιν» Έψαλλε δύο, τρεις φορές τον περισσότερο γνωστό αυτό ύμνο στον Κεμ Άνακχ, γνωρίζοντας ότι τα αυτιά του θεού ποτέ δεν είναι κουφά σε αυτή την επίκληση, ξέροντας ότι έτσι έλκονται τα πλάσματα του σκότους από τα σκοτεινά καταγώγια που ζουν. Ταυτόχρονα, οραματίστηκε τον εαυτό του να βρίσκεται μέσα σε μια φωτεινή σφαίρα δύναμης. Όμως, τι ήταν εκείνο που έκανε το θάμνο απέναντί του να κινείται τόσο βίαια; Η καρδιά του αστυνόμου άρχισε να χτυπάει δυνατά, καθώς για μια ακόμα φορά, με όλη την ένταση του είναι του, έψαλλε τον ανόσιο εκείνο ύμνο. Οι αισθήσεις του, δεχόμενες ερεθίσματα από μια ακατανόμαστη πηγή, βρίσκονταν σε πλήρη διέγερση, προκαλώντας σπασμούς σε ολόκληρο το σώμα του. Τα αυτιά του βούιζαν, τα μάτια του τα έβλεπαν όλα διπλά, ενώ μια εμετική αποφορά είχε απλωθεί παντού στην ατμόσφαιρα. Χειρότερο όμως από όλα και έξω από κάθε περιγραφή, ήταν η απόγνωση που είχε καλύψει την ψυχή του, ένας εκμηδενισμός της ύπαρξής του που δεν μπορεί να περιγραφεί. Σαν ρομπότ κατευθύνθηκε προς το θάμνο, ενώ παράξενοι, μεταλλικοί ήχοι ακούγονταν στα αυτιά και του τριβέλιζαν το μυαλό. Παραμέρισε τα κλαδιά με κομμένη την ανάσα αλλά δεν είδε τίποτα μπροστά του. Γυρίζοντας να φύγει, ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στα πόδια και έπεσε ανάσκελα στο έδαφος. Με τρόμο που έβγαινε από την ψυχή και ζωγραφιζόταν στα μάτια του, είδε δυο κόκκινα μάτια να ανάβουν στο σκοτάδι, δυο μάτια που έμοιαζαν με εκείνα μιας γάτας. Δυο κόκκινα μάτια μέσα τους καθρεφτίζονταν απύθμενα βάθη κακίας. Δυο μάτια που τον κοίταξαν και τον παρέλυσαν. Το πλάσμα ανέβηκε επάνω του καθώς εκείνος με απόγνωση, κουνώντας μόνο τους βολβούς των ματιών του προσπαθούσε να δει τους συναδέλφους του. Δεν είχε μιλιά να βγάλει, να τους ειδοποιήσει να έρθουν και να τον σώσουν, δεν είχε ψυχική δύναμη να αντιδράσει καθώς με τα μάτια του μυαλού του έβλεπε να βγαίνουν από μέσα του ρίζες φωτεινές και να τον ενώνουν με το δαιμονικό εκείνο πλάσμα. Και είδε, σαν τους χυμούς μέσα από τις ρίζες, τη ζωτική του δύναμη να μεταφέρεται μέσα από εκείνα τα φωτεινά νημάτια προς το πλάσμα. Η αναπνοή του έγινε πιο αραιή και ακανόνιστη, άρχισε να ζαλίζεται από την υπερκαπνία και από τα άκρα του άρχισε ένα μούδιασμα που σταδιακά ανέβαινε προς τα πάνω. Γνώριζε καλά ο αστυνόμος πως αυτό ήταν η προθανάτια αίσθηση και, μη μπορώντας να αντιδράσει, έκλεισε τα μάτια και η σκέψη του φτερούγισε στη γυναίκα και τα παιδιά του, λίγο πριν χαθεί κι εκείνη…
Οι αστυνομικοί, ακούγοντας μια κραυγή και έναν πυροβολισμό μέσα στο σκοτάδι, παράτησαν τα πόστα τους και έτρεξαν στην κατεύθυνση που ακούστηκε ο ήχος. Φτάνοντας εκεί και ενώ είχαν από τους ασυρμάτους ειδοποιήσει και όλους τους συναδέλφους τους, είδαν τον αστυνόμο πεσμένο στο χώμα, αιμορραγώντας στο πόδι, ενώ παραδίπλα του, ο άστεγος, κρατώντας το λαιμό του που είχε γεμίσει με αίμα, σπαρτάρησε δυο φορές και πέθανε. Ο αστυνόμος τον είχε πυροβολήσει.

Αργότερα οι αστυνομικοί αηδιασμένοι ανακάλυψαν μέσα στις δεκάδες σακούλες που είχε μαζί του μερικά κομμένα χέρια και πόδια που δεν είχαν κατορθώσει να εντοπίσουν την ημέρα του εγκλήματος, ενώ βρήκαν και αρκετά μαχαίρια και άλλα αιχμηρά αντικείμενα, με ένα από τα οποία είχε επιτεθεί στον προϊστάμενο τους, ο οποίος τους εξήγησε ότι αυτός ο άστεγος ήταν ο δολοφόνος, επειδή μισούσε όλους εκείνους τους περαστικούς που τον ενοχλούσαν στον ύπνο του χρόνια τώρα. Προφανώς ήταν ένας διαταραγμένος νους, ο οποίος μισούσε όλους όσους δεν ανταποκρίνονταν στις σεξουαλικές του ορέξεις.

Τα Μέσα Ενημέρωσης έδωσαν μεγάλη δημοσιότητα στην επιτυχία της αστυνομίας και έκαναν ιδιαίτερη μνεία στο γενναίο αστυνόμο Α. ο οποίος είχε μάλιστα τραυματιστεί ηρωικά κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Έτσι, σε μια σεμνή τελετή στο αστυνομικό μέγαρο, ο αστυνόμος πήρε προαγωγή, κάτω από τα χειροκροτήματα των συναδέλφων του και από τα φώτα των τηλεοπτικών φακών που είχαν βρει το νέο τους ήρωα. Ο Αστυνόμος Α. με ευγένεια και μετριοπάθεια έδωσε συνέντευξη αν και ήταν προφανές πως δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένος με την όλη διαδικασία. Μάλιστα, κοίταξε πολύ παράξενα τους δημοσιογράφους με όλες εκείνες τις κάμερες και τα μικρόφωνα, γρήγορα όμως συνήθισε και έδειχνε να του αρέσει. Κάτι είχε αλλάξει επάνω του ωστόσο.

Φεύγοντας από τη δεξίωση, μπήκε σε ένα ταξί και μηχανικά έδωσε τη διεύθυνση στον οδηγό. Αμίλητος, κοιτούσε τη διαδρομή σα να μην αναγνώριζε το τοπίο γύρω του και στα αυτιά του ακούγονταν ήχοι όπως όταν ψάχνει κανείς για σταθμό στο ραδιόφωνο και γυρίζει γρήγορα τις συχνότητες. Είπε στον οδηγό να αλλάξει διαδρομή και να τον μεταφέρει στη Νέα Πεντέλη, ψηλά στο βουνό. Σε ένα ερημικό σημείο τον πλήρωσε και κατέβηκε από το ταξί, ενώ οι ήχοι στα αυτιά του συνεχίζονταν δυνατότεροι και πιο μεταλλικοί. Παράλληλα, ένας δυνατός πόνος στο στήθος τον έκανε να ξεκουμπώσει τη στολή του. Μια μεγάλη κόκκινη κηλίδα, σαν αλλεργικό αιμορραγικό εξάνθημα ήταν στη μέση του στέρνου του.

«Βρήκαμε τρόπο να είμαστε και οι δύο κερδισμένοι» είπε μια φωνή μέσα στα αυτιά του. «Τώρα εγώ δε θα χρειάζεται να κρύβομαι κι εσύ θα πάρεις όλα αυτά που πάντοτε ήθελες. Θα αρχίσεις να αλλάζεις, δε θα αργήσει αυτό. Τι ωραία το σχεδιάσαμε, πόσο έξυπνα κάναμε τον άθλιο εκείνο να είναι ο δράστης! Με τη δύναμή μου βρήκαν τα ενοχοποιητικά στοιχεία στις τσάντες του, με το χέρι σου τον σκότωσες επειδή δήθεν σε απείλησε. Θα τα πάμε πολύ καλά εμείς οι δύο, θα το δεις, αστυνόμε » είπε η μεταλλική φωνή…

ΤΕΛΟΣ